OΤην Παρασκευή , 18 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελλάδα έλαβε δύο αποφάσεις αξιολόγησης την ίδια ημέρα. Η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε BBB+ από BBB με σταθερή προοπτική — η υψηλότερη βαθμολογία που έχει λάβει η χώρα από οποιονδήποτε σημαντικό οίκο αξιολόγησης μετά την κρίση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους, και ένα επίπεδο που τοποθετεί την Ελλάδα στο ίδιο επίπεδο με την Ιταλία σύμφωνα με την αξιολόγηση του οργανισμού. Λίγες ώρες νωρίτερα, η Moody’s Ratings μετέτρεψε την προοπτική της σε θετική, διατηρώντας παράλληλα τη βαθμολογία στο Baa3, σηματοδοτώντας ότι η περαιτέρω αναβάθμιση αποτελεί πλέον την κατεύθυνση που ακολουθείται.
Η Scope απέδωσε την απόφασή της στη «ραγδαία μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους και στην ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας», αναφέροντας τα σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η Moody’s, παράλληλα, επισήμανε τις μεταρρυθμίσεις που αποφέρουν μεγαλύτερη οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα από ό,τι είχε προβλέψει η ίδια η εταιρεία. Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερακάκης συνόψισε τη στιγμή με πέντε λέξεις: «Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα».
Η μακροοικονομική εικόνα πίσω από αυτές τις αποφάσεις είναι αξιοσημείωτη με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κλίμακα. Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων βρίσκονται πλέον κάτω από αυτές της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να πέσει κάτω από αυτόν της Ιταλίας φέτος. Το Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να αποπληρώσει περίπου 13 δισεκατομμύρια ευρώ χρέους της περιόδου των διασωστικών προγραμμάτων το 2026, νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα, ενώ θα ακολουθήσουν και άλλες πρόωρες αποπληρωμές. Μια χώρα που κάποτε βρισκόταν στο χείλος της ευρωζώνης, τώρα ξεχωρίζει εντός αυτής για την υπεραπόδοση του προϋπολογισμού της, σε μια στιγμή που οι επενδυτές αμφισβητούν πολύ μεγαλύτερες οικονομίες.
«Η πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους είναι το πρώτο στοιχείο που εξετάζει ένας διεθνής επενδυτής. Όταν η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας βελτιώνεται, κάθε συζήτηση σχετικά με τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία ξεκινά από θέση ισχύος — και ο τομέας των οικιστικών ακινήτων είναι εκεί όπου αυτή η εμπιστοσύνη γίνεται πιο απτή.»
Όσον αφορά την αγορά πολυτελών ακινήτων, η σημασία των αποφάσεων της Παρασκευής είναι διαρθρωτική. Οι αξιολογήσεις κρατικού πιστωτικού κινδύνου καθορίζουν το κόστος κεφαλαίου, τη διάθεση των ιδιωτικών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν διασυνοριακές εξαγορές, καθώς και το πλαίσιο κινδύνου εντός του οποίου τα family offices πραγματοποιούν επενδύσεις σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία. Κάθε βαθμίδα βελτίωσης διευρύνει τον κύκλο των ιδρυμάτων και των ιδιωτών για τους οποίους τα ελληνικά οικιστικά ακίνητα αποτελούν βασική επένδυση.
Η πλευρά της ζήτησης επιβεβαίωσε αυτή την πορεία πολύ πριν από τις μεσιτικές εταιρείες. Η συνολική ζήτηση των αγοραστών που καταγράφηκε από την Greece Sotheby’s International Realty έφτασε τα 6,11 δισεκατομμύρια ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 35% σε ετήσια βάση (στο μέσο του 2026). Η βρετανική ζήτηση αυξήθηκε κατά 60% κατά την ίδια περίοδο, οι αγοραστές που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της Ελλάδας αντιπροσώπευαν το 29% των συναλλαγών κορυφαίας κατηγορίας, ενώ το τμήμα των ακινήτων εξαιρετικής πολυτέλειας άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ αντιπροσώπευε το 70% της συνολικής αξίας της ζήτησης. Με άλλα λόγια, τα διεθνή κεφάλαια είχαν ήδη προεξοφλήσει την αξιοπιστία που επισημοποίησαν οι οίκοι αξιολόγησης την Παρασκευή.
«Αυτό που επισημοποίησαν οι οίκοι αξιολόγησης την Παρασκευή, το παρατηρούμε καθημερινά στα δικά μας στοιχεία: το εκδηλωθέν ενδιαφέρον των αγοραστών ύψους 6,11 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένο κατά 35% σε ετήσια βάση, αντανακλά την ίδια εμπιστοσύνη στην πορεία της Ελλάδας — η οποία καταγράφηκε στη ζήτηση πριν ακόμη εμφανιστεί στις αξιολογήσεις.»
Η πορεία από το Baa3 με θετική προοπτική προς μια περαιτέρω αναβάθμιση από τη Moody’s, καθώς και από το BBB+ προς την κατηγορία «Α», στην οποία η Ελλάδα βρισκόταν πριν από την κρίση, θα μετρηθεί σε τρίμηνα και όχι σε έτη, εφόσον οι δημοσιονομικές επιδόσεις συνεχίσουν να υπερβαίνουν τους στόχους. Όσον αφορά τον τομέα των ακινήτων, αυτό μεταφράζεται σε μια διαρκή αναπροσαρμογή της τιμολόγησης του ελληνικού κινδύνου — και σε μια αγορά όπου τα θεμελιώδη μεγέθη που στηρίζουν τις αξίες των ακινήτων υψηλής ποιότητας και των «τρόφι» ενισχύονται με κάθε κύκλο αναθεώρησης.
Η πλήρης εικόνα της ζήτησης που κρύβεται πίσω από αυτά τα στοιχεία — εθνικότητες αγοραστών, διάμεσοι προϋπολογισμοί, ροές προς τους διάφορους προορισμούς και οι ολοκληρωμένες συναλλαγές ύψους 650 εκατομμυρίων ευρώ από το 2016 (μέχρι τα μέσα του έτους 2026) — καταγράφεται στην έκθεση «Η κατάσταση της ελληνικής αγοράς πολυτελών ακινήτων στα μέσα του έτους 2026» στο Intelligence Hub.